Οικονομική ανάπτυξη χωρίς υψηλές εκπομπές CO₂

Η παραδοσιακή αντίληψη ότι η οικονομική πρόοδος προϋποθέτει υψηλές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα φαίνεται να χάνει έδαφος. Δέκα χρόνια μετά τη Συμφωνία του Παρισιού, τα διαθέσιμα στοιχεία καταδεικνύουν μια ουσιαστική αλλαγή: όλο και περισσότερες χώρες καταφέρνουν να αναπτύσσουν τις οικονομίες τους, ενώ ταυτόχρονα περιορίζουν το ανθρακικό τους αποτύπωμα. Σε αντίθεση με το παρελθόν, όταν η αύξηση του ΑΕΠ σχεδόν πάντα συνοδευόταν από άνοδο των εκπομπών CO₂, σήμερα παρατηρείται ένα διαφορετικό μοτίβο. Σύμφωνα με νέα ανάλυση του Energy and Climate Intelligence Unit (ECIU), η αποσύνδεση της οικονομικής μεγέθυνσης από τις εκπομπές δεν αποτελεί πλέον μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά εξελίσσεται σε κυρίαρχη τάση. Τα ευρήματα της διεθνούς ανάλυσης Η έρευνα του ECIU εξέτασε 113 χώρες, οι οποίες αντιπροσωπεύουν πάνω από το 97% του παγκόσμιου ΑΕΠ και το 93% των συνολικών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Βασίστηκε στα στοιχεία του Global Carbon Budget 2025, αξιοποιώντας μια πιο αναλυτική κατηγοριοποίηση οικονομιών σε σύγκριση με προηγούμενες μελέτες. Το συμπέρασμα είναι σαφές: η αποσύνδεση οικονομίας και εκπομπών εξελίσσεται πλέον σε «κανόνα και όχι εξαίρεση». Ο όρος «αποσύνδεση» περιγράφει τον βαθμό στον οποίο μια χώρα μπορεί να αυξάνει την οικονομική της δραστηριότητα χωρίς αντίστοιχη αύξηση των εκπομπών CO₂. Διακρίνονται τρεις βασικές μορφές: • Απόλυτη αποσύνδεση, όταν οι εκπομπές μειώνονται ενώ το ΑΕΠ αυξάνεται.• Σχετική αποσύνδεση, όταν οι εκπομπές συνεχίζουν να αυξάνονται, αλλά με βραδύτερο ρυθμό από την οικονομία.• Αρνητική περίπτωση, όπου οι εκπομπές αυξάνονται ενώ το ΑΕΠ υποχωρεί, φαινόμενο σπάνιο που εμφανίζεται κυρίως σε περιόδους έντονων κρίσεων, όπως κατά την πανδημία COVID-19. Δείτε επίσης: IKEA: Επενδύει 720 εκατ. ευρώ στη Βαλτική για βιώσιμη δασική ανάπτυξη Η παγκόσμια εικόνα αλλάζει Η μελέτη καταγράφει ότι η αποσύνδεση παρατηρείται πλέον σε όλες σχεδόν τις ηπείρους, συμπεριλαμβανομένης της Ευρώπης, της Βόρειας και Νότιας Αμερικής, αλλά και της Αφρικής. Αξιοσημείωτη είναι και η πρόοδος σε πολλές αναδυόμενες οικονομίες, οι οποίες μετακινήθηκαν από φάσεις ταχείας αύξησης εκπομπών σε καθεστώς απόλυτης αποσύνδεσης. Σήμερα, το 92% του παγκόσμιου ΑΕΠ και το 89% των εκπομπών προέρχονται από οικονομίες που βρίσκονται είτε σε σχετική είτε σε απόλυτη αποσύνδεση. Πριν από τη Συμφωνία του Παρισιού, το αντίστοιχο ποσοστό ανερχόταν στο 77%, γεγονός που αποτυπώνει τη σημαντική μεταβολή της τελευταίας δεκαετίας. Μεταξύ 2015 και 2023, χώρες που παράγουν σχεδόν το 46% του παγκόσμιου ΑΕΠ κατάφεραν να αυξήσουν την οικονομική τους δραστηριότητα μειώνοντας ταυτόχρονα τις εκπομπές CO₂. Το ποσοστό αυτό είναι αυξημένο κατά 38% σε σύγκριση με την προηγούμενη δεκαετία. Ποιοι προχωρούν και ποιοι υποχωρούν Οι χώρες κατηγοριοποιήθηκαν σε τρεις ομάδες: • Σταθεροί αποσυνδετές, που διατηρούν απόλυτη αποσύνδεση τόσο πριν όσο και μετά το 2015.• Βελτιωτές, που πέτυχαν αποσύνδεση για πρώτη φορά μετά τη Συμφωνία του Παρισιού.• Αντιστρεπτές, που εμφάνισαν επιδείνωση σε σχέση με προηγούμενες επιδόσεις. Στην Ευρώπη, κράτη όπως η Αυστρία, το Βέλγιο, η Γερμανία, η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Σουηδία συγκαταλέγονται στους σταθερούς αποσυνδετές. Η Ελλάδα, η Ελβετία και η Ιταλία κατατάσσονται στους βελτιωτές, ενώ η Λιθουανία, η Λετονία και η Σλοβενία εντάσσονται στην κατηγορία των αντιστρεπτών. Η αποσύνδεση ως νέα πραγματικότητα Όπως τονίζει ο John Lang, επικεφαλής του Net Zero Tracker στο ECIU, η άποψη ότι η μείωση των εκπομπών συνεπάγεται αναγκαστικά περιορισμό της ανάπτυξης δεν επιβεβαιώνεται από τα δεδομένα. Αντιθέτως, όπως σημειώνει, η αποσύνδεση αποτελεί πλέον τον κανόνα, ακόμη και αν οι παγκόσμιες εκπομπές συνεχίζουν συνολικά να αυξάνονται με αργό ρυθμό. Η δομική αλλαγή, ωστόσο, θεωρείται αδιαμφισβήτητη. Στο ίδιο πνεύμα, ο Gareth Redmond-King επισημαίνει ότι η δυναμική που δημιούργησε η Συμφωνία του Παρισιού συνεχίζει να ενισχύεται. Σήμερα, περισσότεροι εργαζόμενοι απασχολούνται στον τομέα της καθαρής ενέργειας σε σύγκριση με τα ορυκτά καύσιμα, ενώ οι βιομηχανίες που συνδέονται με την επίτευξη του net zero αναπτύσσονται με ρυθμούς τριπλάσιους από εκείνους της παγκόσμιας οικονομίας. Όπως υπογραμμίζει, η μετάβαση σε οικονομίες μηδενικών καθαρών εκπομπών παραμένει η μόνη ρεαλιστική επιλογή για τον περιορισμό των ολοένα πιο δαπανηρών και επικίνδυνων επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής. Η εικόνα που διαμορφώνεται δείχνει ότι η οικονομική ανάπτυξη χωρίς αύξηση των εκπομπών δεν αποτελεί πλέον θεωρητικό στόχο, αλλά μια εφικτή και ήδη εξελισσόμενη πραγματικότητα, ανοίγοντας τον δρόμο για ένα πιο βιώσιμο μοντέλο παγκόσμιας ανάπτυξης. Μπορεί να σας ενδιαφέρει: Κόκκινος συναγερμός για τα δέντρα του Αμαζονίου: Σοβαρή απειλή για το οικοσύστημα
Κόκκινος συναγερμός για τα δέντρα του Αμαζονίου: Σοβαρή απειλή για το οικοσύστημα

Σοβαρό σήμα κινδύνου εκπέμπουν οι επιστήμονες για το μέλλον του Αμαζονίου, του μεγαλύτερου τροπικού δάσους της Γης και ενός από τους βασικότερους ρυθμιστές του παγκόσμιου κλίματος. Νέα επιστημονική έρευνα που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nature και παρουσιάστηκε από το euronews δείχνει ότι η περιοχή ενδέχεται, μέχρι το τέλος του αιώνα, να περάσει σε ένα εντελώς νέο και άγνωστο κλιματικό καθεστώς, το οποίο οι ειδικοί περιγράφουν ως «υπερτροπικό». Το σενάριο αυτό παραπέμπει σε συνθήκες πολύ πιο θερμές, ξηρές και ασταθείς από εκείνες που γνωρίζουμε σήμερα. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι ένα τέτοιο κλίμα δεν έχει καταγραφεί στον πλανήτη εδώ και τουλάχιστον 10 εκατομμύρια χρόνια. Αν αυτή η μετάβαση πραγματοποιηθεί, οι επιπτώσεις στα δέντρα του Αμαζονίου –και κατ’ επέκταση στο παγκόσμιο σύστημα ισορροπίας του άνθρακα– αναμένεται να είναι εξαιρετικά σοβαρές. Έως και πέντε μήνες ακραίας ξηρασίας ετησίως Η μελέτη, που εκπονήθηκε από επιστημονική ομάδα του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια στο Μπέρκλεϊ, προειδοποιεί ότι εάν οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου δεν μειωθούν δραστικά, ο Αμαζόνιος θα μπορούσε να βιώνει έως και 150 ημέρες τον χρόνο συνθηκών έντονης «θερμής ξηρασίας» μέχρι το 2100. Πρόκειται για περιόδους παρατεταμένης έλλειψης υγρασίας που συνοδεύονται από εξαιρετικά υψηλές θερμοκρασίες. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το ενδεχόμενο αυτά τα φαινόμενα να εμφανίζονται ακόμη και κατά τη διάρκεια της παραδοσιακά υγρής περιόδου, σε μήνες όπως ο Μάρτιος, ο Απρίλιος και ο Μάιος, όταν μέχρι σήμερα τέτοιες συνθήκες θεωρούνταν εξαιρετικά απίθανες. Όπως εξηγεί ο επικεφαλής συγγραφέας της έρευνας, καθηγητής Jeff Chambers, αυτές οι «καυτές ξηρασίες» συνιστούν πλέον χαρακτηριστικό ενός υπερτροπικού δάσους, δηλαδή ενός οικοσυστήματος που ξεπερνά τα όρια του κλασικού τροπικού κλίματος. Δείτε επίσης: IKEA: Επενδύει 720 εκατ. ευρώ στη Βαλτική για βιώσιμη δασική ανάπτυξη Πώς αντιδρούν τα δέντρα στην ακραία καταπόνηση Η ερευνητική ομάδα ανέλυσε δεδομένα άνω των 30 ετών, που αφορούν θερμοκρασία, υγρασία, εδαφική υγρασία και φωτεινότητα, από περιοχές βόρεια της πόλης Μανάους, στην καρδιά της Βραζιλίας. Με τη βοήθεια αισθητήρων τοποθετημένων απευθείας στους κορμούς, οι επιστήμονες κατέγραψαν σε πραγματικό χρόνο τις αντιδράσεις των δέντρων στην αυξανόμενη θερμική και υδατική πίεση. Κατά τη διάρκεια πρόσφατων επεισοδίων ξηρασίας, τα οποία συνδέονται με το φαινόμενο Ελ Νίνιο, εντοπίστηκαν δύο κρίσιμα στάδια στρες. Αρχικά, όταν η υγρασία του εδάφους μειωνόταν περίπου στο ένα τρίτο των φυσιολογικών επιπέδων, πολλά δέντρα έκλειναν τα στόματά τους για να περιορίσουν την απώλεια νερού. Ωστόσο, αυτή η άμυνα είχε ως αποτέλεσμα τη διακοπή της απορρόφησης διοξειδίου του άνθρακα, απαραίτητου για τη φωτοσύνθεση και την αναγέννηση των ιστών. Σε επόμενο στάδιο, η παρατεταμένη έκθεση στη ζέστη οδηγούσε στη δημιουργία φυσαλίδων στον χυμό των δέντρων, διαταράσσοντας τη μεταφορά νερού στους ιστούς – ένα φαινόμενο που οι επιστήμονες παρομοιάζουν με εμβολή στο ανθρώπινο κυκλοφορικό σύστημα. Τα πιο ευάλωτα αποδείχθηκαν τα είδη ταχείας ανάπτυξης με χαμηλή πυκνότητα ξύλου, τα οποία παρουσίασαν αυξημένα ποσοστά θνησιμότητας. Σύμφωνα με τους ερευνητές, αυτό σημαίνει ότι τα δευτερογενή δάση, δηλαδή εκείνα που έχουν αναπτυχθεί μετά από αποψίλωση ή άλλες διαταραχές, ενδέχεται να αντιμετωπίσουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο. Επιπτώσεις που ξεπερνούν τα όρια του Αμαζονίου Σήμερα, η ετήσια θνησιμότητα των δέντρων στον Αμαζόνιο εκτιμάται ότι ξεπερνά οριακά το 1%. Ωστόσο, οι προβολές της μελέτης δείχνουν ότι το ποσοστό αυτό θα μπορούσε να αυξηθεί στο 1,55% έως το 2100. Παρότι η μεταβολή φαίνεται μικρή αριθμητικά, σε ένα οικοσύστημα τέτοιου μεγέθους συνεπάγεται απώλειες εκατομμυρίων δέντρων. Ένας Αμαζόνιος που θα λειτουργεί υπό υπερτροπικές συνθήκες δεν θα χάσει μόνο μέρος της βιοποικιλότητάς του, αλλά και την ικανότητά του να απορροφά διοξείδιο του άνθρακα. Ήδη, σε εξαιρετικά ξηρές χρονιές, το δάσος έχει μετατραπεί από καθαρή «δεξαμενή» άνθρακα σε καθαρή πηγή εκπομπών, εντείνοντας περαιτέρω την υπερθέρμανση του πλανήτη. Οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι παρόμοιες εξελίξεις θα μπορούσαν να απειλήσουν και άλλα μεγάλα τροπικά δάση, όπως εκείνα της δυτικής Αφρικής και της Νοτιοανατολικής Ασίας. Όπως τονίζει ο Jeff Chambers, η εξέλιξη αυτή δεν είναι αναπόφευκτη: «Όλα εξαρτώνται από τις επιλογές μας. Αν οι εκπομπές συνεχίσουν ανεξέλεγκτα, το υπερτροπικό κλίμα θα εμφανιστεί πολύ νωρίτερα από όσο πιστεύουμε». Μπορεί να σας ενδιαφέρει: Δάση και κλιματική αλλαγή: Οι προκλήσεις της προσαρμογής
Πράσινο φως σε επενδύσεις 4 δισ. ευρώ για νέα έργα δέσμευσης και αποθήκευσης άνθρακα

Σειρά επενδύσεων συνολικού ύψους περίπου 4 δισ. ευρώ για έργα δέσμευσης και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα μπαίνει σε τροχιά υλοποίησης, με την ολοκλήρωση του σχετικού θεσμικού πλαισίου. Το νομοσχέδιο αναμένεται να εγκριθεί από τη Βουλή την Πέμπτη, ανοίγοντας τον δρόμο για χρηματοδότηση μέσω ευρωπαϊκών και εθνικών πόρων. Κατά τη διάρκεια του Industrial Carbon Management Forum που πραγματοποιείται στην Αθήνα σε συνδιοργάνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της ΕΔΕΥΕΠ, υπογράφηκε η συμφωνία για τη χρηματοδότηση του έργου υπόγειας αποθήκευσης CO₂ που αναπτύσσει η EnEarth, θυγατρική της Energean, στο κοίτασμα του Πρίνου. Μέσω του προγράμματος Connecting Europe Facility θα διατεθούν 120 εκατ. ευρώ για τη μετατροπή του εξαντλημένου κοιτάσματος σε υποθαλάσσιο χώρο αποθήκευσης. Όπως ανέφερε ο Νίκος Ρήγας, το market test προγραμματίζεται για τα μέσα του 2026 και στη συνέχεια θα ακολουθήσουν οι απαραίτητες γεωτρήσεις για την εξαγωγή νερού και την εισπίεση του διοξειδίου του άνθρακα. Δείτε επίσης: Ραγδαία άνοδος στην αγορά Waste-to-Energy: Προβλέψεις και παγκόσμιες τάσεις έως το 2032 Ο διευθύνων σύμβουλος της ΕΔΕΥΕΠ, Αριστοφάνης Στεφάτος, παρουσίασε το πλήρες πακέτο έργων που συνθέτουν την αλυσίδα της ελληνικής υποδομής CCS, το οποίο, πέρα από την υπόγεια αποθήκη, περιλαμβάνει: – Επενδύσεις για τη δέσμευση CO₂ από βιομηχανίες με περιορισμένες τεχνολογικές δυνατότητες μείωσης εκπομπών, όπως τα διυλιστήρια, τα χημικά και η τσιμεντοβιομηχανία. Ήδη έχουν εγκριθεί για χρηματοδότηση έργα των εταιρειών Τιτάν, Ηρακλής και Motor Oil.– Το έργο Apollo CO₂ της ΔΕΑΦΑ, που στοχεύει στη μεταφορά του διοξειδίου του άνθρακα από τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις στη Ρεβυθούσα, όπου θα υγροποιείται και θα φορτώνεται σε πλοία για μεταφορά στον Πρίνο ή σε άλλα υπόγεια αποθηκευτικά πεδία. Ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Νίκος Τσάφος, υπογράμμισε ότι οι σημερινές βιομηχανικές εκπομπές της χώρας, οι οποίες εκτιμώνται στα 10 εκατ. τόνους CO₂ ετησίως, υπερβαίνουν σημαντικά τη χωρητικότητα αποθήκευσης του Πρίνου, που ξεκινά με δυνατότητα 1 εκατ. τόνου ανά έτος και μπορεί να φτάσει τα 2,8 εκατ. τόνους πλήρως ανεπτυγμένη. Για τον λόγο αυτό, επισήμανε την ανάγκη συνεργασίας με τρίτες χώρες. Ήδη η Ελλάδα έχει υπογράψει μνημόνιο συνεργασίας με την Αίγυπτο, η οποία διαθέτει δυναμικό αποθήκευσης περίπου 580 εκατ. τόνων. Μπορεί να σας ενδιαφέρει: Ρουμανία: Παίρνει την παραχώρηση της Lukoil στη Μαύρη Θάλασσα
Η Αυστραλία σε τροχιά αποτυχίας για τον κλιματικό στόχο του 2035

Η Αυστραλία πρέπει να επιταχύνει δραστικά τις δράσεις μείωσης των εκπομπών για να πετύχει τον κλιματικό της στόχο για το 2035, σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσίευσε η συμβουλευτική αρχή της κυβέρνησης για την κλιματική πολιτική, όπως μεταδίδει το Reuters. Στην Ετήσια Έκθεση του 2025, το Συμβούλιο Κλιματικής Αλλαγής (Climate Change Authority – CCA) αναφέρει ότι οι εθνικές εκπομπές μειώθηκαν κατά 10 εκατ. τόνους CO₂ ισοδύναμου τον χρόνο που έληξε τον Ιούνιο, διαμορφώνοντας το σύνολο στους 437,5 εκατ. τόνους — μια συνολική μείωση 28,5% από τα επίπεδα του 2005. Μελλοντικές προβλέψεις και οι κίνδυνοι για τον στόχο του 2035 Το CCA εκτιμά ότι έως το 2030 η Αυστραλία θα επιτύχει μείωση εκπομπών 42% σε σχέση με το 2005, ελαφρώς κάτω από τον επίσημο στόχο του 43%. Για το 2035, όμως, η προβλεπόμενη μείωση φτάνει μόλις στο 48%, πολύ χαμηλότερα από την κυβερνητική δέσμευση για μείωση 62%-70%. Το συμβούλιο τονίζει ότι για να επιτευχθεί ο ανώτερος στόχος της τάξης του 70%, ο ρυθμός μείωσης εκπομπών στην περίοδο 2025–2035 θα πρέπει να τριπλασιαστεί. Παρουσιάστηκαν επίσης επτά βασικές συστάσεις: ταχύτερη αδειοδότηση έργων ΑΠΕ, δραστική μείωση διαρροών μεθανίου στα ορυκτά καύσιμα, καθώς και ενίσχυση της χρηματοδότησης μέσω του Capacity Investment Scheme για καθαρές ενεργειακές επενδύσεις. Δείτε επίσης: KPMG: Άνοδος επενδύσεων σε AI και ανθρώπινο δυναμικό Πολιτικές εξελίξεις και νέα νομοθεσία Ο υπουργός Κλιματικής Αλλαγής και Ενέργειας, Chris Bowen, δήλωσε στο κοινοβούλιο ότι η κυβέρνηση εξετάζει αυστηρότερα μέτρα για τη μείωση των εκπομπών. Παράλληλα, η κυβέρνηση των Εργατικών εξασφάλισε την Πέμπτη κοινοβουλευτική στήριξη για νέο περιβαλλοντικό νομοσχέδιο, που έχει μεταξύ άλλων στόχο την επιτάχυνση της ανάπτυξης έργων καθαρής ενέργειας. Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι εάν η εφαρμογή των πολιτικών δεν προχωρήσει με πολύ ταχύτερο ρυθμό, η Αυστραλία δεν θα καταφέρει να παραμείνει εντός των κλιματικών δεσμεύσεών της, περιορίζοντας σημαντικά την αποτελεσματικότητα της συνολικής προσπάθειας για την αντιμετώπιση της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Κρίσιμη δεκαετία για την κλιματική πορεία της χώρας Παρότι η Αυστραλία έχει σημειώσει μεγάλη πρόοδο από το 2005, η επίτευξη των στόχων για το 2035 απαιτεί επιτάχυνση των επενδύσεων, άμεση προώθηση έργων ΑΠΕ και υιοθέτηση τεχνολογιών που μειώνουν τις εκπομπές σε βιομηχανίες και ορυκτά καύσιμα. Η χώρα βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη καμπή, καθώς ο χρόνος για να ευθυγραμμιστεί με τις διεθνείς δεσμεύσεις για το κλίμα μειώνεται γρήγορα. Μπορεί να σας ενδιαφέρει: Lancet: Η κλιματική κρίση κοστίζει ζωές – Ραγδαία αύξηση θανάτων και ρύπανσης παγκοσμίως
Τα βουνά καταρρέουν από την κλιματική αλλαγή: Έρευνα αποκαλύπτει τον ρυθμό

Τα ορεινά συστήματα παγκοσμίως πλήττονται από την κλιματική αλλαγή πιο έντονα από τις πεδινές περιοχές, με σοβαρές επιπτώσεις για τις κοινότητες που ζουν ή εξαρτώνται από αυτά. Αυτό δείχνει νέα παγκόσμια ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε στο Nature Reviews Earth & Environment, η οποία καταγράφει επιταχυνόμενες μεταβολές σε θερμοκρασία, βροχοπτώσεις και χιονοπτώσεις την περίοδο 1980–2020. Σύμφωνα με τα ευρήματα, οι ορεινές περιοχές θερμαίνονται κατά μέσο όρο 0,21°C ανά δεκαετία γρηγορότερα σε σχέση με τα γειτονικά πεδινά. Παράλληλα, καταγράφονται αυξημένες ακραίες και απρόβλεπτες βροχοπτώσεις και σημαντική μείωση των χιονοπτώσεων. Η εξέλιξη αυτή είναι ιδιαίτερα κρίσιμη, καθώς πάνω από ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι βασίζονται στο χιόνι και τους παγετώνες για την παροχή νερού — μεταξύ αυτών μεγάλοι πληθυσμοί σε Κίνα και Ινδία. Δείτε επίσης: Γεωπολιτικό deal για τα τσιπ: Η Nexperia επιστρέφει στον κινεζικό όμιλο Wingtech Ο Νικ Πεπάιν, αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Πόρτσμουθ, συγκρίνει τα βουνά με τις αρκτικές περιοχές, σημειώνοντας ότι και οι δύο χάνουν γρήγορα χιόνι και πάγο, με αποτέλεσμα έντονες μεταβολές στα οικοσυστήματα. «Όσο ανεβαίνουμε σε μεγαλύτερα υψόμετρα, ο ρυθμός της κλιματικής αλλαγής μπορεί να γίνεται ακόμη πιο έντονος», τονίζει. Τα πρόσφατα ακραία φαινόμενα επιβεβαιώνουν την αυξανόμενη απειλή. Το καλοκαίρι στο Πακιστάν σημειώθηκαν από τα πιο θανατηφόρα επεισόδια μουσώνων, με έντονες βροχοπτώσεις σε ορεινές περιοχές και πάνω από 1.000 θανάτους. Ωστόσο, η κατανόηση της πραγματικής έκτασης του προβλήματος εμποδίζεται από την έλλειψη αξιόπιστων μετεωρολογικών δεδομένων. Η απομακρυσμένη και δυσπρόσιτη φύση των βουνών καθιστά δύσκολη τη λειτουργία και συντήρηση μετεωρολογικών σταθμών, αφήνοντας σημαντικά κενά στη συλλογή κρίσιμων πληροφοριών. Μπορεί να σας ενδιαφέρει: Metlen: Ξεκινά φωτοβολταϊκό έργο 136 MWp στη Νέα Ζηλανδία για τη Genesis Energy
Πλαστικά: μια υπαρξιακή απειλή για τη θαλάσσια ζωή – Τι αποκαλύπτει πρόσφατη μελέτη

Νέα μελέτη αποκαλύπτει ότι ακόμη και ελάχιστες ποσότητες πλαστικού στους ωκεανούς μπορούν να σκοτώσουν θαλάσσιες χελώνες, θαλασσοπούλια και θηλαστικά, απειλώντας χιλιάδες είδη με εξαφάνιση. Τα πιο επικίνδυνα πλαστικά και τα σοκαριστικά θανατηφόρα όρια. Νέα επιστημονική μελέτη αποκαλύπτει ότι τα πλαστικά στους ωκεανούς αποτελούν πλέον μια πραγματική «υπαρξιακή απειλή» για τη θαλάσσια ζωή, καθώς ακόμη και μικρές ποσότητες μπορούν να αποδειχθούν θανατηφόρες για χιλιάδες είδη που ήδη κινδυνεύουν με εξαφάνιση. Η έρευνα, που διεξήχθη από τον οργανισμό Ocean Conservancy και δημοσιεύτηκε στο Proceedings of the National Academy of Sciences, εξετάζει ποιες κατηγορίες πλαστικού είναι πιο επικίνδυνες και πόσο μικρή μπορεί να είναι η ποσότητα που αρκεί για να προκαλέσει θάνατο. Τα μαλακά και εύκαμπτα πλαστικά, όπως σακούλες και περιτυλίγματα, αλλά και σκληρά πλαστικά, όπως μπουκάλια ή θραύσματα αντικειμένων, κατατάσσονται στις πιο απειλητικές μορφές. Οι ερευνητές προσπάθησαν επίσης να καθορίσουν ποια είναι τα όρια «υπερβολικής» κατανάλωσης πλαστικού για κάθε είδος, ανακαλύπτοντας ότι τα θανατηφόρα επίπεδα είναι σημαντικά χαμηλότερα από ό,τι πιστευόταν μέχρι σήμερα. Η μελέτη βασίστηκε σε 10.412 νεκροψίες θαλάσσιων ζώων παγκοσμίως, όπου ήταν καταγεγραμμένες τόσο οι ποσότητες πλαστικού στον οργανισμό όσο και τα αίτια θανάτου. Τα δεδομένα περιλάμβαναν 1.537 θαλασσοπούλια, 1.306 θαλάσσιες χελώνες και 7.569 θαλάσσια θηλαστικά από δεκάδες είδη. Δείτε επίσης: Βιώσιμη επαρχία: επιχειρηματικότητα με σεβασμό στη φύση και στον άνθρωπο Τα στοιχεία είναι δραματικά: • 47% των χελώνων,• 1 στα 3 θαλασσοπούλια,• 12% των θαλάσσιων θηλαστικών έφεραν πλαστικό στον πεπτικό τους σωλήνα τη στιγμή του θανάτου τους. Ένα στα πέντε ζώα είχε καταναλώσει περισσότερους από έναν τύπους πλαστικού. Η ανάλυση δείχνει ότι τα σκληρά πλαστικά και το καουτσούκ είναι πιο επικίνδυνα για τα θαλασσοπούλια, ενώ τα μαλακά πλαστικά και ο αλιευτικός εξοπλισμός αποτελούν μεγαλύτερη απειλή για τα θαλάσσια θηλαστικά. Οι χελώνες εμφανίζουν υψηλή ευαλωτότητα και στις δύο κατηγορίες. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το εύρημα σχετικά με τα θανατηφόρα όρια: • Για τα θαλασσοπούλια, ποσότητα πλαστικού μικρότερη από τρεις κύβους ζάχαρης αυξάνει την πιθανότητα θανάτου στο 90%.• Για τις θαλάσσιες χελώνες, η θανατηφόρα ποσότητα αντιστοιχεί σε λίγο παραπάνω από δύο μπάλες του τένις. Ο Νίκολας Μάλος, αντιπρόεδρος του προγράμματος Ending Ocean Plastics της Ocean Conservancy, υπογράμμισε ότι η κατάποση πλαστικών είναι μόνο μία πτυχή της απειλής: «Η κρίση της πλαστικής ρύπανσης περιλαμβάνει επίσης τον εγκλωβισμό των ζώων, καθώς και τις τοξικές χημικές ουσίες που απελευθερώνουν τα πλαστικά». Σύμφωνα με τους επιστήμονες, κάθε χρόνο πάνω από 11 εκατομμύρια τόνοι πλαστικού – κυρίως προϊόντα μίας χρήσης – καταλήγουν στον ωκεανό. Αυτό ισοδυναμεί με ένα φορτηγό γεμάτο πλαστικά που μπαίνει στη θάλασσα κάθε λεπτό. Παρά το μέγεθος του προβλήματος, οι δράσεις καθαρισμού έχουν σημαντικό αποτύπωμα. Από το 1986, η Ocean Conservancy αναφέρει ότι 19 εκατομμύρια εθελοντές έχουν συλλέξει περισσότερους από ένα εκατομμύριο τόνους απορριμμάτων από ακτές και θάλασσες παγκοσμίως. Μπορεί να σας ενδιαφέρει: Εμφιαλωμένο νερό και μικροπλαστικά: Τι πρέπει να ξέρετε
CCPI 2026: Η Ελλάδα υποχωρεί στην 30ή θέση – Πού υστερεί και πού προοδεύει

Το Green Tank ανακοίνωσε ότι η Ελλάδα καταλαμβάνει φέτος την 30ή θέση στον Δείκτη CCPI 2026 (Climate Change Performance Index), ανάμεσα σε 63 χώρες, σημειώνοντας πτώση οκτώ θέσεων σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Η νέα κατάταξη παρουσιάστηκε κατά τη διάρκεια της COP30 στη Βραζιλία και κατατάσσει την Ελλάδα στην κατηγορία των χωρών με «μεσαία επίδοση» στους τομείς των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, των ΑΠΕ και της ενεργειακής κατανάλωσης, ενώ η κλιματική πολιτική της χώρας συνεχίζει να βαθμολογείται ως χαμηλή. Στο πεδίο των εκπομπών, το Green Tank επισημαίνει ότι η αύξηση της χρήσης ορυκτού αερίου, τα σχέδια για νέες μονάδες φυσικού αερίου, οι εξορύξεις υδρογονανθράκων και η έλλειψη ξεκάθαρου χρονοδιαγράμματος απεξάρτησης από το καύσιμο αυτό αποτελούν σημαντικά βήματα προς τα πίσω. Παράλληλα, εντοπίζονται σοβαρές καθυστερήσεις στην ανάπτυξη δικτύων και υποδομών αποθήκευσης, οι οποίες είναι κρίσιμες για τον περιορισμό των ολοένα και μεγαλύτερων περικοπών στην παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ. Στη βιομηχανία, η υπερβολική έμφαση στην τεχνολογία Δέσμευσης και Αποθήκευσης Άνθρακα (CCS) θεωρείται ότι αναβάλλει ουσιαστικότερες αλλαγές για τη βιομηχανική μετάβαση και την πλήρη απανθρακοποίηση. Δείτε επίσης: IKEA: Επενδύει 720 εκατ. ευρώ στη Βαλτική για βιώσιμη δασική ανάπτυξη Παρά τις προκλήσεις, η έκθεση καταγράφει και σημαντικές θετικές εξελίξεις:– Η παραγωγή λιγνίτη μειώθηκε σε ιστορικό χαμηλό 5,7% το 2024.– Οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας αυξήθηκαν με ταχείς ρυθμούς και πλέον καλύπτουν πάνω από το 50% της ηλεκτροπαραγωγής. Οι ειδικοί που συμμετείχαν στην αξιολόγηση της χώρας τονίζουν ότι απαιτείται άμεση πρόοδος σε λύσεις απανθρακοποίησης των μεταφορών, στη μείωση του αποτυπώματος του τουρισμού, καθώς και στην επιτάχυνση πολιτικών για ανακαινίσεις κτιρίων και την προώθηση της ηλεκτροκίνησης. Ιδιαίτερη ανάγκη αναγνωρίζεται και στην ενίσχυση των μέτρων προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή, δεδομένων των σοβαρών πυρκαγιών των τελευταίων ετών. Παρότι η Ελλάδα λαμβάνει χαμηλή βαθμολογία στο σκέλος της εθνικής κλιματικής πολιτικής, παραμένει ενεργή σε διεθνείς πρωτοβουλίες όπως το Global Methane Pledge και η Eastern Mediterranean and Middle East Climate Initiative. Τι είναι ο CCPI Ο Climate Change Performance Index (CCPI) αξιολογεί την επίδοση 63 χωρών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε τέσσερις βασικούς τομείς: 1. Εκπομπές αερίων θερμοκηπίου2. Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας3. Ενεργειακή κατανάλωση4. Κλιματική πολιτική Στόχος του δείκτη είναι να αναδεικνύει την πρόοδο ή τις καθυστερήσεις των χωρών στην αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης. Σχετικά με το Green Tank Το Green Tank αποτελεί μια ανεξάρτητη, μη κερδοσκοπική δεξαμενή σκέψης που εργάζεται για την προώθηση λύσεων πολιτικής οι οποίες συμβάλλουν στη βιώσιμη ανάπτυξη της Ελλάδας. Εστιάζει στην προστασία του κλίματος, του περιβάλλοντος και της βιοποικιλότητας και στην επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης, μέσα από αναλύσεις, έρευνες και παρεμβάσεις στον δημόσιο διάλογο. Μπορεί να σας ενδιαφέρει: Νέα ενεργειακή συμμαχία TotalEnergies–Křetínský με επένδυση 5,1 δισ. ευρώ
Κολοκύθες που παράγουν ενέργεια: Η «πράσινη» πλευρά της σπατάλης στο Ηνωμένο Βασίλειο

Κάθε Οκτώβριο, οι δρόμοι του Ηνωμένου Βασιλείου γεμίζουν με φωτισμένες κολοκύθες, το απόλυτο σύμβολο του Halloween. Λίγες ημέρες αργότερα, όμως, περισσότερα από 22 εκατομμύρια από αυτά τα γιορτινά στολίδια καταλήγουν σε χωματερές, όπου αποσυντίθενται και απελευθερώνουν μεθάνιο – ένα αέριο με επίδραση στη θέρμανση του πλανήτη 80 φορές ισχυρότερη από το CO₂. Ωστόσο, αυτή η μεγάλη σπατάλη κρύβει μια σημαντική ενεργειακή δυνατότητα: οι ίδιες οι κολοκύθες μπορούν να μετατραπούν σε βιοαέριο, παρέχοντας στα σπίτια και τις επιχειρήσεις ανανεώσιμη ενέργεια. Τι είναι το βιοαέριο και πώς παράγεται Στις μονάδες αναερόβιας χώνευσης (AD), μικροοργανισμοί «χωνεύουν» οργανικά απόβλητα χωρίς την παρουσία οξυγόνου, παράγοντας βιοαέριο, ένα μείγμα κυρίως μεθανίου και διοξειδίου του άνθρακα. Το βιοαέριο μπορεί να καθαριστεί και να μετατραπεί σε βιομεθάνιο (πάνω από 95% μεθάνιο), κατάλληλο για έγχυση στο εθνικό δίκτυο φυσικού αερίου. Η Δρ. Cynthia Okoro-Shekwaga από το Πανεπιστήμιο του Λιντς εξηγεί, όπως αναφέρει το Power Technology, ότι οι μικροοργανισμοί είναι ιδιαίτερα «ευαίσθητοι» στις συνθήκες:«Αν το σύστημα τροφοδοτείται μόνο με κολοκύθες, που είναι πλούσιες σε υδατάνθρακες, χάνεται η διατροφική ισορροπία και η παραγωγή βιοαερίου μειώνεται». Για τον λόγο αυτό, κάθε φθινόπωρο οι παραγωγοί βιομεθανίου αναμειγνύουν τις κολοκύθες με απόβλητα που περιέχουν πρωτεΐνες και λίπη, ώστε το «μενού» των μικροοργανισμών να παραμένει ισορροπημένο. Δείτε επίσης: Metlen: Νέα συνεργασία με Power Factors για τον ψηφιακό μετασχηματισμό των έργων ΑΠΕ Από τα σκουπίδια στο δίκτυο ενέργειας Η εταιρεία Severn Trent Green Power (STGP), που λειτουργεί δέκα μονάδες επεξεργασίας αποβλήτων στο Ηνωμένο Βασίλειο, επεξεργάστηκε πέρυσι περίπου 100.000 κολοκύθες. Ο διευθυντής στρατηγικής της εταιρείας, Farryad Ishaq, επισημαίνει ότι το ζητούμενο δεν είναι η ποσότητα αλλά η ποικιλία:«Οι κολοκύθες δεν αυξάνουν εντυπωσιακά τις εισροές, αλλά αυτό που έχει σημασία είναι η σύνθεση. Ένα μείγμα διαφορετικών ειδών τροφικών αποβλήτων διασφαλίζει την παραγωγή βιοαερίου υψηλής ποιότητας». Αντίστοιχα, την περίοδο των Χριστουγέννων απορρίπτονται χιλιάδες τόνοι εορταστικών τροφών: – 4.000 τόνοι mince pies– 2.000 τόνοι τυριών– 3.000+ τόνοι γαλοπούλας και συνοδευτικών Σύμφωνα με την STGP, μόνο τα απορρίμματα από το χριστουγεννιάτικο δείπνο αρκούν για την παραγωγή βιοαερίου ικανού να ψήσει άλλες 85.000 γαλοπούλες. Ο ρόλος της πολιτείας και οι επερχόμενοι κανονισμοί Το 2024, η βιοενέργεια αντιπροσώπευσε το 14% της συνολικής παραγωγής ηλεκτρισμού στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ο αριθμός των μονάδων αναερόβιας χώνευσης αυξήθηκε στις 756 εγκαταστάσεις μέχρι τα τέλη του 2024. Όπως τονίζει ο Tom Hall, επικεφαλής εμπορικής στρατηγικής της Bio Capital, η μελλοντική ανάπτυξη εξαρτάται από τη θεσμική υποστήριξη. Από τον Μάρτιο του 2025, οι επιχειρήσεις υποχρεώνονται να διαχωρίζουν τα οργανικά τους απόβλητα ώστε να συλλέγονται για βιοενέργεια. Από το 2026, ο κανόνας αυτός θα επεκταθεί και στα νοικοκυριά. Από τη σπατάλη στην κυκλική οικονομία Η περιβαλλοντική οργάνωση Hubbub επιχειρεί να μειώσει τη σπατάλη τροφίμων μέσω της καμπάνιας #EatYourPumpkin, προτρέποντας τους πολίτες να μαγειρεύουν τις κολοκύθες τους αντί να τις πετούν. Όπως τονίζει, «το Halloween είναι μια εξαιρετική ευκαιρία να δείξουμε ότι η τροφή δεν είναι απόβλητο αλλά πολύτιμη πηγή ενέργειας». Μπορεί να σας ενδιαφέρει: Ρεκόρ ρύπων CO₂ το 2025: Πιο κοντά από ποτέ στην υπερθέρμανση άνω των 1,5°C
Ρεκόρ ρύπων CO₂ το 2025: Πιο κοντά από ποτέ στην υπερθέρμανση άνω των 1,5°C

Οι παγκόσμιες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα (CO₂) από την καύση ορυκτών καυσίμων αναμένεται να φτάσουν σε νέο ιστορικό υψηλό το 2025, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση Global Carbon Project, η οποία προειδοποιεί ότι πλέον είναι ουσιαστικά αδύνατο να συγκρατηθεί η υπερθέρμανση του πλανήτη κάτω από το όριο των 1,5°C. Η μελέτη, που υπογράφεται από 130 επιστήμονες και δημοσιεύεται ενόψει της Διάσκεψης του ΟΗΕ για το Κλίμα (COP30), προβλέπει ότι οι εκπομπές CO₂ από άνθρακα, πετρέλαιο και φυσικό αέριο θα αυξηθούν το 2025 κατά 1,1% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, φτάνοντας τους 38,1 δισεκατομμύρια τόνους — ποσοστό υψηλότερο από τον μέσο όρο της τελευταίας δεκαετίας (0,8%). Από το 2015 —έτος υπογραφής της Συμφωνίας του Παρισιού— οι παγκόσμιες εκπομπές έχουν αυξηθεί κατά 10%, παρά τις δεσμεύσεις για περιορισμό της αύξησης της θερμοκρασίας κάτω από τους 2°C και ιδανικά στον 1,5°C σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα. Παρά τις μειώσεις εκπομπών σε αρκετές χώρες μέσω ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, ηλεκτροκίνησης και περιορισμού της αποψίλωσης, η παγκόσμια εικόνα παραμένει απογοητευτική. «Ο κόσμος συλλογικά δεν ανταποκρίνεται στο ύψος των περιστάσεων», τόνισε ο Γκλεν Πίτερς από το Κέντρο Διεθνούς Έρευνας για το Κλίμα.«Όλοι πρέπει να κάνουν περισσότερα, και γρηγορότερα», πρόσθεσε. Ο «προϋπολογισμός άνθρακα» σχεδόν εξαντλημένος Η έκθεση εκτιμά ότι απομένουν μόλις 170 δισεκατομμύρια τόνοι CO₂ στον «προϋπολογισμό άνθρακα» που επιτρέπει τον περιορισμό της αύξησης της θερμοκρασίας στο 1,5°C.Με τους σημερινούς ρυθμούς, αυτό το απόθεμα θα εξαντληθεί σε τέσσερα χρόνια, καθιστώντας πρακτικά ανέφικτο τον στόχο, σύμφωνα με τον καθηγητή Πιερ Φρίντλινγκσταϊν του Πανεπιστημίου του Έξετερ, επικεφαλής της μελέτης. Το 2025 σηματοδοτεί, σύμφωνα με τον ΟΗΕ και τους κλιματολόγους, την επίσημη αναγνώριση της αποτυχίας επίτευξης του στόχου του 1,5°C. Στόχος πλέον είναι η υπέρβαση αυτή να αποδειχθεί προσωρινή — κάτι που, όπως προειδοποιούν οι ειδικοί, μπορεί να χρειαστεί δεκαετίες για να επιτευχθεί. Αν η σημερινή τάση συνεχιστεί, η μέση θερμοκρασία του πλανήτη προβλέπεται να αυξηθεί κατά 2,3°C έως 2,5°C μέχρι το τέλος του αιώνα, ακόμη κι αν τηρηθούν οι σημερινές εθνικές δεσμεύσεις.Αντίστοιχες εκτιμήσεις του Climate Action Tracker τοποθετούν την άνοδο στους +2,6°C έως το 2100. «Οι πρόσφατες ανακοινώσεις των κυβερνήσεων δεν αλλάζουν την κατάσταση», σημειώνουν οι επιστήμονες του προγράμματος. Δείτε επίσης: Βιώσιμη επαρχία: επιχειρηματικότητα με σεβασμό στη φύση και στον άνθρωπο Άνοδος εκπομπών από άνθρακα, πετρέλαιο και φυσικό αέριο Το 2025, οι εκπομπές που οφείλονται στην καύση άνθρακα θα φτάσουν σε νέο παγκόσμιο ρεκόρ, με αύξηση 0,8%, κυρίως λόγω της ανόδου της ζήτησης στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ινδία. Οι εκπομπές από πετρέλαιο και φυσικό αέριο αυξάνονται επίσης κατά 1% και 1,3% αντίστοιχα.Στην περίπτωση του φυσικού αερίου, οι ρυθμοί επιστρέφουν στα προπολεμικά επίπεδα, πριν από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Οι περιφερειακές τάσεις • Ηνωμένες Πολιτείες: αύξηση εκπομπών +1,9% λόγω αυξημένης κατανάλωσης ενέργειας τον ψυχρό χειμώνα.• Ευρωπαϊκή Ένωση: άνοδος +0,4%, ανατρέποντας την προηγούμενη καθοδική πορεία.• Κίνα: σταθεροποίηση εκπομπών (+0,4%), με αβεβαιότητα για το αν η χώρα έχει φτάσει στην κορύφωση ή θα συνεχίσει να αυξάνει τις εκπομπές της. Συμπέρασμα Η έκθεση του Global Carbon Project στέλνει ένα σαφές μήνυμα ενόψει της COP30:ο κόσμος βαδίζει σε μια πορεία υπερθέρμανσης άνω των 2°C, παρά τις προσπάθειες μετάβασης στην καθαρή ενέργεια.Η επιστημονική κοινότητα ζητά άμεση, συντονισμένη δράση για τη δραστική μείωση των εκπομπών και τη διάσωση των κλιματικών στόχων προτού η ζημιά γίνει μη αναστρέψιμη. Μπορεί να σας ενδιαφέρει: Η παγκόσμια παραγωγή κρασιού δοκιμάζεται από την κλιματική αλλαγή
Η παγκόσμια παραγωγή κρασιού δοκιμάζεται από την κλιματική αλλαγή

Η κλιματική αλλαγή συνεχίζει να επηρεάζει έντονα την παγκόσμια παραγωγή κρασιού, σύμφωνα με τα στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Αμπέλου και Οίνου (OIV). Παρότι το 2025 καταγράφηκε μια μικρή άνοδος στην παραγωγή, η συνολική προσφορά παραμένει κάτω από τον μέσο όρο για τρίτη συνεχή χρονιά, λόγω των ακραίων καιρικών φαινομένων που πλήττουν ολοένα και περισσότερες αμπελουργικές περιοχές. Σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις του OIV, η φετινή παγκόσμια οινοπαραγωγή ανέρχεται στα 232 εκατομμύρια εκατόλιτρα (mhl) – περίπου 3% υψηλότερα από το 2024, αλλά 7% χαμηλότερα από τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας. Ένα εκατόλιτρο αντιστοιχεί σε 133 φιάλες κρασιού. Ο γενικός διευθυντής του OIV, Τζον Μπάρκερ, τόνισε ότι η πτώση των τελευταίων ετών συνδέεται άμεσα με τις κλιματικές διακυμάνσεις: «Ορισμένες περιοχές αντιμετώπισαν καύσωνες και ξηρασία, ακολουθούμενους από έντονες βροχοπτώσεις ή απρόσμενους παγετούς. Το γεγονός ότι βλέπουμε παρόμοια φαινόμενα για τρίτη συνεχόμενη χρονιά είναι πραγματικά ανησυχητικό». Ευρώπη: Ιστορικά χαμηλά για τη Γαλλία και την Ισπανία Στην Ευρώπη, η Γαλλία κατέγραψε τη μικρότερη συγκομιδή από το 1957, ενώ η Ισπανία σημείωσε χαμηλό 30ετίας. Αντίθετα, η Ιταλία επανήλθε στην κορυφή της παγκόσμιας κατάταξης, με άνοδο 8% στην παραγωγή χάρη σε πιο ευνοϊκές καιρικές συνθήκες. Δείτε επίσης: Βιώσιμη επαρχία: επιχειρηματικότητα με σεβασμό στη φύση και στον άνθρωπο Άνοδος στην Αμερική και το Νότιο Ημισφαίριο Στις Ηνωμένες Πολιτείες —την τέταρτη μεγαλύτερη οινοπαραγωγό χώρα— η παραγωγή εκτιμάται στα 21,7 mhl, αυξημένη κατά 3% από το 2024, αν και παραμένει 9% χαμηλότερη από τον πενταετή μέσο όρο. Στο Νότιο Ημισφαίριο, η παραγωγή ανέκαμψε μετά από τρία χρόνια πτώσης, καταγράφοντας αύξηση 7%, με επικεφαλής τη Νότια Αφρική, την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία και τη Βραζιλία, που αντιστάθμισαν τη μείωση στη Χιλή. Ωστόσο, ο συνολικός όγκος παραμένει 5% χαμηλότερος από τον ιστορικό μέσο όρο. Ισορροπία προσφοράς και ζήτησης Η συγκρατημένη αυτή αύξηση ενδέχεται να σταθεροποιήσει τα αποθέματα, σε μια περίοδο όπου η ζήτηση υποχωρεί σε ώριμες αγορές, η κατανάλωση μειώνεται στην Κίνα και η παγκόσμια εμπορική αβεβαιότητα συνεχίζεται. Ο Μπάρκερ σχολίασε πως, αν και η χαμηλή παραγωγή δημιουργεί προκλήσεις για τους οινοπαραγωγούς, συμβάλλει στη μακροοικονομική ισορροπία του κλάδου: «Από τη μια πλευρά, οι μικρότερες σοδειές πιέζουν τις τοπικές οικονομίες· από την άλλη, διασφαλίζουν ότι η παραγωγή και η κατανάλωση παραμένουν ευθυγραμμισμένες». Ο OIV θα προχωρήσει σε επικαιροποίηση των εκτιμήσεών του αργότερα μέσα στο έτος, καθώς η αβεβαιότητα γύρω από τα καιρικά φαινόμενα και την κλιματική αστάθεια εξακολουθεί να επηρεάζει το μέλλον της παγκόσμιας οινοπαραγωγής. Μπορεί να σας ενδιαφέρει: TITAN: Προχωρά σε νέα εξαγορά στη Γαλλία με στόχο τη βιώσιμη ανάπτυξη